«…Συμβαίνει κάποτε ένας άνεμος…» γράφει κάπου ο ποιητής Γιάννης Πατίλης, και σε μια ανάγνωση από τις πολλαπλές, που κρύβει η ίδια η ποίηση ως φαινόμενο, μπορεί να σκιαγραφήσει κάλλιστα και σιωπηλά, χωρίς κραυγές –όπως ακριβώς του αρμόζει– τον ρόλο που έπαιξε το έργο του ποιητή Καρούζου, όχι μόνο στην νεοελληνική ποίηση, αλλά και στη μεταγενέστερη διαμόρφωση μιας γενιάς και ενός τρόπου με τον οποίο αυτή άρθρωσε λόγο και γλώσσα.

Στο Φαρέτριον του 1981, βρίσκουμε μια σύνθεση με τον ιδιαίτερα εμπνευσμένο τίτλο «λέξεις και φράσεις που δεν έγιναν ποίημα». Σε αυτό, μεταξύ άλλων, περιέχεται και ο στίχος «δεν καταδέχομαι να μην πεθάνω». «Τι στο καλό είναι αυτό;» σκέφτηκα όταν το πρωτοδιάβασα. Πέντε χρόνια μετά, σε μια επίσκεψη στο σπίτι της Εύας Μπέη, τελευταίας συντρόφου του ποιητή, στο χώρο που ο Καρούζος πέρασε τα τελευταία του χρόνια, κι όσο κοιτούσα κάποια από τα προσωπικά του αντικείμενα, παρατηρώ μια χειρόγραφη σημείωση σε ένα κομμάτι χαρτί, από την περίοδο που ο καρκίνος τον είχε καθηλώσει στο νοσοκομείο, «εμένα δεν μου πάει να τη γλιτώσω» έγραφε.

Λίγο πιο κάτω, «θα πεθάνω αγνοώντας υπέροχα». Επιπλέον στο δωμάτιο, σχεδιάσματα από δυο ανολοκλήρωτα ποιήματα, για τα οποία δεν πρόλαβε να μας δώσει παρά μόνο την ιδέα τους. Αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις φαίνεται να κρατάει καλά μέχρι το τέλος για τον Καρούζο, η αιώνια προβληματική της ποίησης, η αέναη διερώτηση, ίσα για να μην κάθεται άεργος, αλλά κατακείμενος όρθιος, ακόμα και στο νεκροκρέβατό του. Ο άνθρωπος που ανέπνευσε συντακτικό και εξέπνευσε λεξιλόγιο σημάδεψε ανεξίτηλα και μοναδικά την ποιητική ιστορία αυτού του τόπου.

Και ας μην ξεχνιόμαστε, όχι μια μικρή και αμελητέα ιστορία, αλλά μια ιστορία αρκετά σεβαστή, με μοναδική γλωσσική συνέχεια καθώς και με εξαιρετικά ποικιλόμορφη παράδοση. Από τα ομηρικά έπη και τη λυρική ποίηση, τη Σαπφώ, τον Πίνδαρο, τον Αρχίλοχο και το Στησίχορο, στη Βυζαντινή παράδοση και γραμματεία, στο δημοτικό τραγούδι, στις κρητικές μαντινάδες, στο ρομαντισμό του Σολωμού, στα κάλβεια μέτρα, στη γλώσσα του Παπαδιαμάντη που ο Καρούζος υπεραγαπούσε, στον Ποιητή Καβάφη, στα σονέτα του Μαβίλη, τον μοντερνισμό του Καρυωτάκη, του Εμπειρίκου, του Εγγονόπουλου, στον Καββαδία και τον Σαχτούρη. Η τρισχιλιόχρονη αυτή γλώσσα, όπως ο Καρούζος την αποκαλούσε, επιβίωσε και μάλιστα με εξαιρετική ποιητική και λογοτεχνική παραγωγή.

Λέγεται πως η αξία ενός δημιουργού διαφαίνεται από το πώς και το πόσο αυτός επηρεάζει του μεταγενέστερούς του. Από την επιρροή που το έργο του θα έχει στο έργο των επομένων. Ο Καρούζος το ήξερε καλά αυτό. «Μοναδικός κριτής είναι ο χρόνος», έλεγε. «Για να κάνεις κριτική, πρέπει να έχεις τα κριτήρια», συμπλήρωνε. Τα κριτήρια ο ίδιος τα κατείχε και αυτό που αυτά του έδειχναν μοιάζει να συνοψίζεται στην ακόλουθή του φράση: «Θα με διαβάζει ο γυαλάκιας του μέλλοντος, αυτός που τώρα παίζει στην αλάνα της γειτονιάς του». Το πόσο δίκιο είχε γίνεται εύκολα κατανοητό, λαμβάνοντας υπόψη το παρακάτω σχήμα:

η γενιά του ’70 και η δεύτερη μεταπολεμική γενιά, που ακολούθησαν τη γενιά των σύγχρονων του Καρούζου ποιητών, φαίνεται να τον διαβάζει στα κρυφά, να μην κατανοεί πλήρως την αξία του έργου του και να μην τον πολυσυζητάει
η γενιά του ’80, μέσω κάποιων εκπροσώπων της, είναι η τελευταία που τον προλαβαίνει εν ζωή, τον γνωρίζει, τον ακολουθεί και μιλά μεμονωμένα για το έργο του· ο Καρούζος είναι κοντά στα εξήντα και η παραφιλολογία για τη ζωή του φαίνεται να λαμβάνει κυρίαρχο ρόλο στο διάλογο
για κάποια χρόνια μέσα στη δεκαετία του ’90 και στις αρχές του 2000, η ποιητική δημιουργία στην Ελλάδα περνάει κρίση, τα βιβλία που εκδίδονται λιγοστεύουν σε σχέση με αυτά προηγούμενων χρόνων και οι ποιητικές εκδηλώσεις ελαττώνονται
η ποιητική παραγωγή βρίσκεται σε ακμή στις μέρες μας, ο αριθμός των ποιητικών βιβλίων που εκδίδονται κάθε μήνα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερος από κάθε άλλη περίοδο
η ποιητική παραγωγή στο σήμερα εμφανίζει κάποια κοινά χαρακτηριστικά στο σύνολό της και οι δημιουργοί φαίνεται ότι κατατάσσονται από τους σύγχρονους θεωρητικούς σε μια νέα ποιητική γενιά
ο Γιάννης Στίγκας αφιερώνει την Αλητεία του Αίματος στον Νίκο Καρούζο και το Μίλτο Σαχτούρη
ο Θωμάς Τσαλαπάτης παρουσιάζει 10 νέους ποιητές σε 5 συναντήσεις το 2012 στο θέατρο ΑΤΤΙΣ προς τιμήν του Καρούζου ενώ προηγείται μια δράση στο πλαίσιο της Συνάντησης Αρχαίου Δράματος στον Δήμο Σικυωνίων Κορινθίας το καλοκαίρι του 2011, όπου 5 ποιητές διαβάζουν ποιήματά τους σε μια εκδήλωση για να τιμήσουν τη μνήμη και το έργο του Καρούζου
ο Παναγιώτης Αρβανίτης του κλείνει το μάτι στο ποίημα του «Διάλογος σε Α’ Ενικό» από τη συλλογή του με τίτλο Λευκό χιούμορ
ο Γιώργος Πρεβεδουράκης του αφιερώνει ένα πεντάστιχο στο Στιγμιόγραφο το 2011 με τίτλο «Πλατεία Καρούζου 2312 μ.Χ.»
η ποιητική γενιά που δημιουργεί και εκδίδει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα τον εξυψώνει ως τον σημαντικότερο και επιδραστικότερο μεταπολεμικό ποιητή (αφιερώματα στα περιοδικά Το Δέντρο,Μανδραγόρας, Εμβόλιμον κ.α.)

Ο Καρούζος αναμφίβολα δίδαξε πολλά. Το σημαντικότερο όμως είναι η σπουδαιότητα αυτών που δίδαξε. Δίδαξε πώς πρέπει ο ποιητής να διαχειρίζεται το όχημα της γλώσσας για να πει κάτι ήδη πασίγνωστο, για να κάνει τελικά ορατό αυτό που ήταν ανέκαθεν ορατό, αυτό που υπάρχει μπροστά στα μάτια μας. Πόσο πιο όμορφα να το πει κανείς: «Θυμάμαι την όραση να μη βλέπει καθόλου» («Ησυχαστικόν»,Πενθήματα, 1969).

Δίδαξε τη σημασία της αφαίρεσης στον ποιητικό λόγο, και γι’ αυτό εύστοχα μπορούμε να του αποδώσουμε τον περιβόητο χαρακτηρισμό του Arthur Rimbaud “absolument moderne”, αφού πράγματι υπήρξε εξαιρετικά μοντέρνος δημιουργός. Ο Μανόλης Πρατικάκης θα πει για αυτόν χαρακτηριστικά πως είναι «ο πιο μοντέρνος ποιητής αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα» σε μια συνέντευξή του στο ελληνικό κρατικό κανάλι το 1989 για την εκπομπή Τέχνες και Πολιτισμός. Πόση γοητεία θεέ μου στους στίχους του από το «Ora et labora»: «Τι τα ’θελε και τα ’φερνε τα γράμματα / ο Δαναός στην Αργολίδα.» ή και από το «Τα πουλιά δέλεαρ του Θεού (αποσπάσματα «Διαλόγων»)», «Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί / στο τέλος / τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν.» Ο Καρούζος θυμίζει αυτό που γράφει ο Martin Heidegger, πως η αγωνία είναι προνομιακό φαινόμενο, θεμελιώδες αίσθημα της ίδιας της ύπαρξης (Grundbefindlichkeit).

Και πράγματι άρθρωσε επιτυχώς την πολυπόθητη απάντηση στο αέναο ερώτημα του Hölderlin: “Und wozu Dichter in dürftiger Zeit?”, «Προς τι οι ποιητές σε χαλεπούς καιρούς;» αλλά και στo αξίωμα του Adorno: “Nach Auschwitz noch ein Gedicht zu schreiben ist barbarisch”, «Το να γράψεις έστω και ένα ποίημα μετά το Άουσβιτς είναι βάρβαρο», με το στίχο: «θα σας κάνω εγώ να μάθετε ζωή» αλλά και μέσω μιας συνέντευξής του στον Χάρη Βλαβιανό, η οποία δημοσιεύτηκε στηνΚαθημερινή στις 9 Σεπτεμβρίου το 1990:

«Εγώ πρόσφερα στους Έλληνες –αν είναι επιτρεπτό να πω κάτι υπέρ εμού– μια νέα συνείδηση της ελληνικής γλώσσας. Αυτό το έχουν καταλάβει ελάχιστοι. Θα το καταλάβουν περισσότεροι στο μέλλον, και μ’ ενδιαφέρει να το καταλάβουν οι Έλληνες της ουσίας». Έδειξε, όπως από χρόνια επισημαίνει ο Ευγένιος Αρανίτσης -χρησιμοποιώντας τα λόγια του Stéphane Mallarmé- ότι η ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις, καθώς και πως για τον ποιητή η ποίηση είναι ένας μονόδρομος, γιατί ακριβώς ο ποιητής έχει ένα βέβαιο δρόμο. Ο Έκτωρ Κακναβάτος ίσως το εξέφρασε καλύτερα και πιο συμπυκνωμένα από κάθε άλλον, «Αναβόσβηνε λοιπόν το χέρι του, όταν έγραφε…» και ο ίδιος ο Καρούζος απαντούσε με τα αναφιλητά ελπίδας του δημιουργού, «Στην ύλη εισχώρησα ουρλιάζοντας …»

γενάρης 2016 /
ηλίας λιατσόπουλος

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *