Ο μειλίχιος τρόπος του Βαρβαρόσσα

Un Poete sauvage avec un plomb dans Ι᾿ aile –
TRISTAN CORBIERE

Γέροντας πια και πρώην καπνιστής

μοναχός με τα γένια του στο άκαρπο το ύψος περπατώντας

από νέφη σε νέφη, το ανθρώπινο, τι δρόμος,

με μικρούτσικα βήματα κωμικά και ξεβίδωτα

στην αλύπητη μουσική τους ακούγοντας

τα φτηνά του τα ξύλινα συρτοπάπουτσα

ο Βαρβαρόσσας το συνήθιζε να λέει: Με συγχωρείτε,

τι να κάνω, οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις.

Έτσι μιλούσε, τίποτ᾿ άλλο δεν έλεγε,

γλείφοντας με λεπτή συγκίνηση τα χείλη.

Μαύρη μεγάλη τρύπα τον τυραννούσε

στο στήθος που ῾χε τώρα παλιώσει

ξεχειλώνοντας οικτρά το κρέας!

Όλοι τον κλαίγαν αμίλητοι σαν ήμερο κι αξιοδάκρυτο

δράκο παρωχημένο

σαν από αιώνες, αλήθεια, ξαφνιασμένο

και μ᾿ ευλάβεια κούφια του χάριζαν οι ψεύτες

ένα κάποιο συμβατικό προσκύνημα.

Εκείνος όμως είχε μία φριχτή σοβαρότητα

δεν έδινε σημασία στον ευχάριστο σεβασμό τους –

άλλωστε ποτέ δεν εξαρτήθηκε –

μα υποφέροντας βαθιά τον εαυτό του

τα οράματα που χτυπιούνται σαν κάποτε

τα φτερά του κόκορα που ῾χε σφάξει τα κρασάτα

τίναζε ξάφνου κάποια στιγμή το κεφάλι του προς τ᾿ απάνω

και γινότανε κείνος ο παλιός κι ανελέητος τρόμος

ανοίγοντας το στόμα του στην κατερήμωση

σαν αποτρόπαιο τέρας της χειμωνιάτικης Προϊστορίας

κι αποσπούσε μ᾿ ένα κρακ τη μασέλα του

την έριχνε μέσα σ᾿ ένα ποτήρι νερό δίχως ευγένεια

δίχως κανένα σύμπλεγμα που τον έβλεπαν ολόγυρα

χτυπούσε τα παλαμάκια κ᾿ έμπαινε σιγηλή κι αθέατη

μια χανούμισσα δίκοπη στο βαθύ μετάξι θροΐζοντας –

τι θλιβερό το θέαμα η γρήγορη υπόκλιση… –

και έσπρωχνε κοντά του την άσπρη καρέκλα.

Εκείνος τότε καθότανε (με προσπάθεια ολοφάνερη)

κάνοντας αλλόκοτα κινήματα

και στήλωνε τα μάτια του στη μασέλα.

Οι παριστάμενοι φεύγαν ένας-ένας με θεατρίνικους τεμενάδες

οι ώρες περνούσαν ολοένα, κατά την άσχημη

και θλιβερή συνήθεια: την πραγματικότητα.

Εκείνος όμως έμενε να κοιτάζει βοερά τη μασέλα

βουλιαγμένος

απέραντος

αναπόσπαστος…

Κάποτε, βέβαια, ο ύπνος που ξέρει τις αποσβέσεις

έδινε τέλος σ’ αυτή την κατάσταση

μα την άλλη μέρα τα ίδια πάλι: Με συγχωρείτε,

τι να κάνω, οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις.

Ένα ζωνάρι σύννεφο στη μέση του βουνού με συναρπάζει…

Τα λόγια τούτα του Βαρβαρόσσα

μισο-ηλίθια θα ‘λεγα και πάντως απελπισμένα

μέρα τη μέρα περίτρεχαν τους δρόμους, τα σπίτια,

                τους μπαξέδες

κ’ είχαν, αλήθεια, γίνει στην Πόλη κοινή κουβέντα κι αστείο

στο φούρναρη, στο μπακάλικο, στο ζαχαροπλαστείο,

των ηλιόλουστων χοτζάδων που χαίρονταν τη ματαιότητα

του γοερού ντελάλη του παμπόνηρου βεζίρη

των βαρκάρηδων του Βοσπόρου της Ωραίας του Πέραν

αλλ’ ακόμη και του ίδιο του μυτερού σουλτάνου

καθώς έλεγαν οι ιχθυέμποροι που κάθονταν εύοσμοι

στην πιο αριστοκρατική συνοικία.

Ο Βαρβαρόσσας όμως είχε το δράμα του…

Τιποτένιος απ’ το γήρασμα και γιομάτος από τεφρώδεις

τρόμους και παραισθήσεις ο άλλοτε τροπαιούχος του αίματος

κάθε τόσο κοντοζύγωνε στα πικρά παράθυρα

για να διώξει με τα χέρια του τις ολόσωμες οπτασίες

τα λουλούδια φτύνοντας τ’ ανοχύρωτα στον άκακο μεγάλο κήπο

και τ’ αηδόνια στους κλώνους αναθεματίζοντας

γοερά προς τα έξω γερμένος.

Μάλιστα λένε πως κάποτε φώναξε σ’ έναν υπηρέτη:

«Γερός αντίπαλος η ζωή, σαν το Κοράνι,

το στεφάνι της δόξας μου ‘ρχεται μεγάλο».

Φράση για πέταμα.

Ωστόσο θαν την ένιωθε ο ναύαρχος.

Κι άλλοτε λένε λιποθύμησε μ’ αυτά τα λόγια φρενιάζοντας:

«Αχ να ‘τρωγα το φως! να μην έβλεπα

τα σταυρωτά σίδερα στα ρολόγια…»

Με τέτοιες, αλήθεια, σκέψεις έρημες ωσάν τα σύκα

που χάσκουν έξω στη φύση τον Ιούλιο –

σακαράκα ο φτωχογέροντας ή μάλλον

ολάνοιχτη πόρτα και χειμώνας ο ίδιος

έμπαζε τις αθρόες αντιφάσεις

και ξύλιαζε ο σπαραγμός του – τι παράξενο,

σε πολύ τρυφερά δευτερόλεπτα.

Ο κόσμος δεν τη χωρούσε τέτοιαν απόγνωση

και κανένας θεός δεν έβγαζε σπινθήρα.

Η φύση τώρα του ‘χε γίνει φανταστικότερη

τα φαιά πετρώματα η αγιότητα των θάμνων.

Αλαφιασμένος αποφάσιζε χαμάμ ο τρισάθλιος

δίχως ανάσταση μέσ’ στους ανάερους ατμούς τους ομιχλώδεις

κι ονειρευότανε στην άκαρπη γύμνια του τη φιλήδονη

τους γκρεμισμένους έρωτες τους τόσο πεθαμένους

την εύκολη στύση του λουτρού με σκλάβες ωσάν κάτασπρα

                λαγούτα

χαϊδεύοντας πότε-πότε τ’ αχαμνά του τ’ ανεξήγητα

που τα ‘χε σακκουλιάσει απαίσια το γήρας.

Από κει μέσα έβγαιν’ όλος ανακούφιση

και λένε τα κιτάπια πως μια μέρα του έαρος

δυο-τρεις νεράιδες πάμφωτες τον έριξαν σε δέκα παραδείσους

όπως τους είδε φλογερά σε σμαλτωμένην άβυσσο

με στραβόκανες νύχτες πλαγιασμένος ο Προφήτης

όταν η μια τα χείλη της ανάβοντας του κράζει:

«Χαϊρεντίν, η τρικυμία είναι τ’ άνθισμα της θάλασσας»

κι ο δύστυχος αποκοιμήθη.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *